Ο Μεγάλος Αγιασμός των Θεοφανείων

Α’ ΜΕΡΟΣ

Ὁ Μεγάλος Αγιασμός συνδέεται στενότατα με την εορτή των Θεοφανίων και υπενθυμίζει το Βάπτισμα τού Κυρίου. Ψάλλεται αμέσως μετά τήν οπισθάμβωνο ευχή τής Θείας Λειτουργίας και σχεδόν αποτελεί μία ενιαία ακολουθία με τη Θεία Λειτουργία, με κοινή απόλυση και τελείται σύμφωνα με τήν υπάρχουσα τυπική διάταξη δύο φορές: α) Τήν παραμονή τής εορτής, μετά το τέλος τής Θείας Λειτουργίας τού Μ. Βασιλείου. β) Τήν ημέρα των Θεοφανείων, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας τού Αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου. Σύμφωνα με την αρχαία τάξη τής Εκκλησίας μας το απόγευμα τής παραμονής των Θεοφανίων ψάλλονταν μία ακολουθία, σαν είδος αγρυπνίας, πού λεγόταν «Παννυχίδα». Αμέσως μετά ψαλλόταν ἡ ακολουθία τού ῎Όρθρου και κατόπιν ετελείτο ὁ Μεγάλος Αγιασμός, σέ ανάμνηση τού Βαπτίσματος τού Κυρίου. Στη συνέχεια βαπτίζονταν οἱ Κατηχούμενοι. Ακολουθούσε η Θεία Λειτουργία, στην οποία παρευρίσκονταν και οι νεοφώτιστοι, γιʼ αὐτό καί μέχρι σήμερα ψάλλεται αντί του «῞Αγιος ὁ Θεός…» το «῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε…». Ο Μεγάλος Αγιασμός, λοιπόν, μέχρι τον Ε΄ αιώνα γινόταν σέ ανάμνηση τού βαπτίσματος τού Κυρίου, μόνο μία φορά στην «Παννυχίδα» τής εορτής των Θεοφανείων σαν είδος αγρυπνίας, αμέσως μετά τήν ακολουθία τού ῎Όρθρου. Αντλούσαν οἱ πιστοί ύδωρ, έπιναν και ραντίζονταν. Στη συνέχεια βαπτίζονταν και οἱ Κατηχούμενοι. Για δεύτερη φορά, ὁ Μεγάλος Αγιασμός, γινόταν μόνο στα Ιεροσόλυμα το πρωί τής κυριώνυμης ημέρας, τής εορτής τῶν Θεοφανείων, στον Ιορδάνη ποταμό με τήν παρουσία τού Πατριάρχη και σέ ανάμνηση τού γεγονότος τής Βαπτίσεως τού Χριστού. Ὁ πατριάρχης Αντιοχείας Πέτρος ὁ Γναφεύς (465-475) πρώτος σκέφθηκε και καθιέρωσε, για να διευκολύνει τούς χριστιανούς, να τελείται ὁ Μεγάλος Αγιασμός εκτός από τήν «Παννυχίδα» της εορτής και το εσπέρας της παραμονής. Η διπλή τέλεση τής ακολουθίας προέκυψε από λόγους καθαρά πρακτικούς, δηλαδή, γιά τήν εξυπηρέτηση των πιστών. Το πόσο ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη αυτή ἡ προσθήκη, φάνηκε από το γεγονός ότι επικράτησε πολύ γρήγορα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην αρχή υπήρχαν μερικές διαφορές ως πρός τη μορφή των δύο αυτών ακολουθιών, στη συνέχεια όμως ἡ μία επηρέασε τήν άλλη και τελικά ταυτίσθηκαν. Τον Μεγάλο Αγιασμό η Εκκλησία μας, δεν τον κατατάσσει μεταξύ των επτά μυστηρίων, αλλά η σχέση του με τήν ευλογία τού ύδατος τού Αγίου Βαπτίσματος τον καθιστά ισότιμο πρός αυτό, γιʼ αυτό και ο Μεγάλος Αγιασμός θεωρείται «δεύτερον τῆς ἁγίας Κοινωνίας». (Κώδικας Σινᾶ 978) Ὁ χαρακτηρισμός αυτός προέκυψε απὸ τή συνήθεια νά παίρνουν Μεγάλο Αγιασμό όσοι από τούς πιστούς έχουν κάποιο κώλυμα για τη θεία Κοινωνία, ώστε να μην στερούνται τήν ευλογία τῆς Εκκλησίας. Ἐδῶ όμως φαίνεται και η διαφορά πού υπάρχει μεταξύ θείας Κοινωνίας και Μεγάλου Αγιασμού. Χρειάζεται προσοχή, γιατί υπάρχει η περίπτωση από λανθασμένες αντιλήψεις οι χριστιανοί να προτιμούν τον Μεγάλο Αγιασμό σντί της θείας Κοινωνίας. Δυστυχώς όμως ο υπερβολικός αυτός τονισμός της ιερότητάς της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού οδήγησε, από ευλάβεια βέβαια, σε ορισμένες υπερβολές.

B ΜΈΡΟΣ

Ο υπερβολικός τονισμός της ιερότητάς της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού οδήγησε, από ευλάβεια βέβαια, σε ορισμένες υπερβολές. Οι υπερβολές αυτές δημιούργησαν μερικές απορίες.

1.Υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο Αγιασμών ,δηλ. της παραμονής και της ημέρας των Φώτων;

Και στις δύο περιπτώσεις τελείται η ίδια ακριβώς ακολουθία, με μοναδική διαφορά ότι ο «Πρόλογος» της μεγάλης καθαγιαστικής ευχής, δηλαδή από το «Τριάς ὑπερούσιε…» μέχρι το «συνεχόμενος φόβω ἐν κατανύξει βοῶ σοι», διαβάζεται κατά την ημέρα των Θεοφανείων, ενώ κατά την παραμονή η ευχή αρχίζει από το «Μέγας εἶ, Κύριε…».

Αυτός ο «Πρόλογος»  δεν είναι καν ευχή, αλλά είναι πανηγυρικό εγκώμιο της εορτής, που πήρε την σημερινή μορφή μετά από πολλές τροποποιήσεις και προσθαφαιρέσεις και ο οποίος στην αρχή διαβάζονταν από τον ιερέα μόνο κατά την παραμονή, τελικά δε επικράτησε να λέγεται μόνο κατά την ημέρα της εορτής. Η προσθήκη του εγκωμίου αυτού κάνει μεν πανηγυρικότερη την ακολουθία, αλλά δεν αλλοιώνει την οσία της.

Ιστορικά και λειτουργικά οι δύο αυτές ακολουθίες είναι μία και η αυτή , και επινοήθηκε ήδη από τον Ε΄ αιώνα για να επαναλαμβάνεται και κατά την παραμονή, προκειμένου να εξυπηρετούνται οι πιστοί.

2. Επιτρέπεται οι χριστιανοί να πίνουν τον Μεγάλο Αγιασμό κατά την παραμονή των Θεοφανείων η μόνο να αγιάζουν τα σπίτια και  τα κτήματά τους;

Εφόσον αφʼ ενός μεν ιστορικά και λειτουργικά επικράτησε από τον Ε΄ αιώνα να επαναλαμβάνεται η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού και κατά την παραμονή πρός εξυπηρέτηση των πιστών, αφʼ ετέρου δε, αφού δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ των δύο Αγιασμών- όπως αναφέραμε παραπάνω είναι ακριβώς οι ίδιοι – οπωσδήποτε μπορούν οἱ πιστοί να πίνουν και από τον Αγιασμό της παραμονής.

Αυτό αποδεικνύεται και από τίς δύο χαρακτηριστικές αιτήσεις πού υπάρχουν στα ειδικά «Εἰρηνικά» της ακολουθίας τού Μεγάλου Αγιασμού.

α) «Ὑπέρ τοῦ γενέσθαι αὐτό (τό ὕδωρ) καθάρσιον ψυχῶν καί σωμάτων πᾶσι τοῖς χριομένοις ἐξ αὐτοῦ καί μεταλαμβάνουσιν…».

β) «Ὑπέρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς ἐμπλησθῆναι ἁγιασμοῦ διά τῆς τῶν ὑδάτων τούτων μεταλήψεως τῇ ἀοράτῳ ἐπιφανείᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος…».

Επίσης στην καθαγιαστική ευχή «Μέγας εἶ, Κύριε…» διαβάζουμε: «῞Ινα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων…». και παρακάτω· «Δός πᾶσι τοῖς τε ἁπτομένοις, τοῖς τε χριομένοις, τοῖς τε μεταλαμβάνουσι τόν ἁγιασμόν, τήν εὐλογίαν, τήν κάθαρσιν, τήν ὑγείαν…».

Στην ευχή τής κεφαλοκλισίας «Κλῖνον, Κύριε, τό οὖς σου…» υπάρχει μία παρόμοια φράση: «… καί καταξίωσον ἡμᾶς ἐμπλησθῆναι τοῦ ἁγιασμοῦ σου διά τῆς τοῦ ὕδατος τούτου μεταλήψεώς τε καί ῥαντισμοῦ…».

    Ίσως όμως θα μπορούσε κάποιος να προβάλλει την άποψη, ότι οι ευχές δέν μιλούν για τη μετάληψη τού Αγιασμού τής παραμονής τῶν Θεοφανείων, άλλα για τον Αγιασμό τής ημέρας τῶν Θεοφανείων, εφόσον άλλωστε προηγείται και ἡ νηστεία.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι: Πρέπει να νηστεύουμε προ τού Μεγάλου Αγιασμού;

Ἡ νηστεία τής παραμονής τῶν Θεοφανείων δεν έχει καμία σχέση με τον Μεγάλο Αγιασμό, δηλαδή δεν νηστεύουμε για να πιούμε Μεγάλο Αγιασμό, άλλα ἡ νηστεία μάς προετοιμάζει για τη μεγάλη εορτή πού περιμένουμε, τα Θεοφάνεια.

Από τον 3ο αιώνα στην Αντιόχεια τα Θεοφάνεια ή Επιφάνεια  του Χριστού  είχαν καθιερωθεί να συνεορτάζονται με την Γέννηση του Χριστού στης 6 Ιανουαρίου. Για πρώτη φορά γύρω στο 330 γιορτάστηκε στη Ρώμη ἡ εορτή τῶν Χριστουγέννων χωριστά ἀπὸ την εορτή των Ἐπιφανείων. Μέσα σέ λίγα χρόνια καθιερώθηκε πλέον τα μεν Χριστούγεννα να γιορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου τα δε Θεοφάνεια στις 6 Ιανουαρίου.

Ενώ δηλαδή χώρισε ο κοινός τους εορτασμός, παρέμεινε κοινή μόνο η νηστεία. Επειδή όμως για δώδεκα μέρες μετά τα Χριστούγεννα έχουμε κατάλυση σέ όλα, ως μέρα νηστείας παρέμεινε μόνο η παραμονή των Θεοφανείων.

Ακόμα δε, το ότι νηστεύουμε για την εορτή των Θεοφανείων και όχι για να πιούμε το Μεγάλο Αγιασμό, φαίνεται και ἀπό το γεγονός, ότι εάν η παραμονή των Θεοφανείων συμπέσει μέρα Σάββατο ή Κυριακή, καταλύουμε λάδι.

Σαν συμπέρασμα μπορούμε να πούμε, ότι επιτρέπεται να πιούμε Μεγάλο Αγιασμό και την παραμονή και την μέρα τῶν Θεοφανείων, με την προϋπόθεση ότι προηγείται ὁ Μεγάλος Αγιασμός και ακολουθεί το Αντίδωρο.

Για την προτεραιότητα τού Μεγάλου Αγιασμού έναντι τού αντιδώρου έχουμε, έκτος τῶν άλλων, και απόκριση τού Πατριάρχου Γεννάδιου του Σχολάριου πρός τον Δεσπότη Σερβίας Γεώργιο ότι «τό Ἁγίασμα τῶν ἁγίων Θεοφανείων λαμβάνεται πρό τοῦ Ἀντιδώρου».

Θα αναφέρουμε και ένα ακόμα στοιχείο ἀπό τη σύγχρονη πράξη τῶν μονών τού Άγιου ῎Όρους. Οι μοναχοί στο Άγιο Όρος πίνουν Μεγάλο Αγιασμό όχι μόνο την μέρα τῶν Θεοφανείων, άλλα και όλο το οκταήμερο μέχρι τής αποδόσεως τής εορτής.

Αθανάσιος Γ. Δημητρίου Πρόεδρος Ιεροψαλτών Ν. Τρικάλων Αστυνομικός – MSc Θεολογίας

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu